Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Ο όρος 'αναντίρρητα' σημαίνει ότι κάτι είναι αναμφισβήτητο ή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Le terme 'indiscutable' signifie que quelque chose est incontestable ou ne peut être remis en question.
▶
Η απόδειξη του επιστήμονα είναι αναντίρρητα σωστή.
La preuve du scientifique est indiscutablement correcte.
▶
Αναντίρρητα, η ομάδα μας κέρδισε τον αγώνα.
Indiscutablement, notre équipe a gagné le match.
▶
Οι αριθμοί δείχνουν αναντίρρητα την πρόοδο που έχουμε κάνει.
Les chiffres montrent indiscutablement les progrès que nous avons réalisés.