Definition
▶
μαμά
mamá
Η λέξη "μαμά" αναφέρεται στη μητέρα, δηλαδή στη γυναίκα που έχει γεννήσει ή αναθρέψει ένα παιδί.
Le mot "mamã" fait référence à la mère, c'est-à-dire à la femme qui a donné naissance ou élevé un enfant.
▶
Η μαμά μου είναι η καλύτερη μαγείρισσα.
Ma maman est la meilleure cuisinière.
▶
Χθες μίλησα με τη μαμά μου στο τηλέφωνο.
Hier, j'ai parlé à ma maman au téléphone.
▶
Η μαμά μου πάντα με στηρίζει στις δύσκολες στιγμές.
Ma maman me soutient toujours dans les moments difficiles.