Definition
▶
αφηρημένος
afiriménos
Ο όρος 'αφηρημένος' αναφέρεται σε κάτι που είναι μη συγκεκριμένο ή που δεν έχει φυσική μορφή, συχνά χρησιμοποιούμενος για έννοιες ή ιδέες που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσω των αισθήσεων.
Le terme 'abstrait' fait référence à quelque chose qui est non spécifique ou qui n'a pas de forme physique, souvent utilisé pour des concepts ou des idées qui ne peuvent pas être perçus par les sens.
▶
Η τέχνη του είναι αφηρημένη και προκαλεί πολλές σκέψεις.
Son art est abstrait et suscite beaucoup de réflexions.
▶
Η αφηρημένη φιλοσοφία μπορεί να είναι δύσκολη στην κατανόηση.
La philosophie abstraite peut être difficile à comprendre.
▶
Μου αρέσουν οι αφηρημένες ιδέες που προκαλούν τη φαντασία.
J'aime les idées abstraites qui stimulent l'imagination.