Definition
▶
εργασία
ergasia
Η εργασία είναι η δραστηριότητα που εκτελείται για την παραγωγή ενός προϊόντος ή την παροχή μιας υπηρεσίας.
Le travail est l'activité effectuée pour produire un bien ou fournir un service.
▶
Η εργασία μου είναι πολύ απαιτητική αλλά και ενδιαφέρουσα.
Mon travail est très exigeant mais aussi intéressant.
▶
Χρειάζομαι περισσότερη εργασία για να ολοκληρώσω το πρότζεκτ.
J'ai besoin de plus de travail pour terminer le projet.
▶
Η εργασία σε ομάδα μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική.
Le travail en équipe peut être plus efficace.