Definition
▶
παρατηρητικότητα
paratiritikotita
Η παρατηρητικότητα είναι η ικανότητα να παρατηρούμε και να κατανοούμε λεπτομέρειες γύρω μας.
L'observation est la capacité de remarquer et de comprendre les détails qui nous entourent.
▶
Η παρατηρητικότητα του Στέφανου τον βοήθησε να εντοπίσει την αλλαγή στο σχέδιο.
L'observation de Stéphane l'a aidé à repérer le changement dans le plan.
▶
Η παρατηρητικότητα είναι σημαντική για τους επιστήμονες κατά τη διάρκεια πειραμάτων.
L'observation est importante pour les scientifiques lors des expériences.
▶
Η καλή παρατηρητικότητα μπορεί να βελτιώσει την αντίληψη ενός καλλιτέχνη.
Une bonne observation peut améliorer la perception d'un artiste.