Definition
▶
σαφής
safis
Ο όρος 'σαφής' αναφέρεται σε κάτι που είναι ξεκάθαρο και ευδιάκριτο, χωρίς αμφιβολίες ή αμφισημίες.
Le terme 'clair' fait référence à quelque chose qui est net et évident, sans ambiguïtés ni incertitudes.
▶
Η εξήγηση του καθηγητή ήταν σαφής και κατανοητή.
L'explication du professeur était claire et compréhensible.
▶
Πρέπει να είμαστε σαφείς στις απαιτήσεις μας.
Nous devons être clairs sur nos exigences.
▶
Ο χάρτης παρέχει σαφείς οδηγίες για την κατεύθυνση.
La carte fournit des instructions claires pour la direction.