Definition
▶
υποκειμενικά
ypokeimenika
Η λέξη 'υποκειμενικά' αναφέρεται σε απόψεις ή κρίσεις που εξαρτώνται από την προσωπική αντίληψη ή εμπειρία ενός ατόμου.
Le mot 'subjectivement' fait référence à des opinions ou jugements qui dépendent de la perception ou de l'expérience personnelle d'un individu.
▶
Ο καθένας βλέπει την τέχνη υποκειμενικά.
Chacun voit l'art subjectivement.
▶
Οι προτιμήσεις μας για τη μουσική είναι υποκειμενικές.
Nos préférences pour la musique sont subjectives.
▶
Η ομορφιά κρίνονται υποκειμενικά από κάθε άτομο.
La beauté est jugée subjectivement par chaque personne.