Definition
▶
υπερβατικότητα
ypervatikotita
Η υπερβατικότητα είναι η κατάσταση ή η διαδικασία της υπέρβασης των περιορισμών της ανθρώπινης εμπειρίας και αντίληψης, οδηγώντας σε μια ανώτερη πνευματική ή φιλοσοφική κατανόηση.
La transcendance est l'état ou le processus de dépassement des limites de l'expérience et de la perception humaines, conduisant à une compréhension spirituelle ou philosophique supérieure.
▶
Η υπερβατικότητα της τέχνης μπορεί να μας οδηγήσει σε νέες διαστάσεις της σκέψης.
La transcendance de l'art peut nous mener à de nouvelles dimensions de la pensée.
▶
Μέσω της υπερβατικότητας, οι άνθρωποι αναζητούν νόημα πέρα από την καθημερινότητα.
À travers la transcendance, les gens cherchent un sens au-delà du quotidien.
▶
Η υπερβατικότητα είναι κεντρική έννοια στη φιλοσοφία του Πλάτωνα.
La transcendance est un concept central dans la philosophie de Platon.