Definition
▶
σκοπός
skopos
Ο σκοπός είναι ο λόγος ή ο στόχος για τον οποίο γίνεται κάτι.
Le but est la raison ou l'objectif pour lequel quelque chose est fait.
▶
Ο σκοπός της συνάντησης είναι να βρούμε λύσεις στα προβλήματα.
Le but de la réunion est de trouver des solutions aux problèmes.
▶
Ο κύριος σκοπός του έργου είναι να εκπαιδεύσει τους μαθητές.
Le principal but du projet est d'éduquer les élèves.
▶
Ο σκοπός της ζωής είναι να είμαστε ευτυχισμένοι.
Le but de la vie est d'être heureux.