Definition
▶
λύση
lysi
Η λύση είναι η απάντηση ή η μέθοδος για την επίλυση ενός προβλήματος.
La solution est la réponse ou la méthode pour résoudre un problème.
▶
Η λύση αυτού του μαθηματικού προβλήματος είναι πολύ απλή.
La solution de ce problème mathématique est très simple.
▶
Ψάχνουμε μια λύση για την αύξηση της παραγωγικότητας στην εργασία.
Nous cherchons une solution pour augmenter la productivité au travail.
▶
Η καλύτερη λύση για αυτό το ζήτημα είναι η συνεργασία.
La meilleure solution pour ce problème est la collaboration.