Definition
▶
χαοτικός
chaotikos
Ο όρος 'χαοτικός' αναφέρεται σε κατάσταση που είναι αταξία ή έλλειψη οργάνωσης.
Le terme 'chaotique' fait référence à un état de désordre ou de manque d'organisation.
▶
Η κατάσταση στο γραφείο ήταν χαοτική μετά την ανακαίνιση.
La situation au bureau était chaotique après la rénovation.
▶
Οι κυκλοφοριακές συνθήκες στην πόλη είναι συχνά χαοτικές.
Les conditions de circulation dans la ville sont souvent chaotiques.
▶
Ο σχεδιασμός του πάρκου ήταν χαοτικός και δύσκολο να κατανοηθεί.
La conception du parc était chaotique et difficile à comprendre.