Definition
▶
εικόνα
eikóna
Η εικόνα είναι μια οπτική αναπαράσταση ενός αντικειμένου, σκηνής ή προσώπου.
L'image est une représentation visuelle d'un objet, d'une scène ou d'une personne.
▶
Η εικόνα που έβγαλα από τις διακοπές μου είναι υπέροχη.
L'image que j'ai prise pendant mes vacances est magnifique.
▶
Μου αρέσει να ζωγραφίζω εικόνες από τη φύση.
J'aime peindre des images de la nature.
▶
Η εικόνα αυτή κρέμεται στον τοίχο του σαλονιού.
Cette image est accrochée au mur du salon.