Definition
▶
Εννέα
Ennea
Ο αριθμός που έρχεται μετά το οκτώ και πριν το δέκα.
המספר שמגיע אחרי שמונה ולפני עשר.
▶
Είχαμε εννέα μήλα στο καλάθι.
היו לנו תשעה תפוחים בסל.
▶
Η τάξη έχει εννέα μαθητές.
לכיתה יש תשעה תלמידים.
▶
Πρέπει να αγοράσουμε εννέα καρέκλες για το πάρτι.
אנחנו צריכים לקנות תשעה כיסאות למסיבה.