Definition
▶
ψωμί
psomí
Το ψωμί είναι ένα βασικό τρόφιμο που παρασκευάζεται από αλεύρι, νερό και μαγιά, και χρησιμοποιείται κυρίως για την κατανάλωση.
הלחם הוא מזון בסיסי המיוצר מקמח, מים ושמרים, ומשמש בעיקר לצריכה.
▶
Θέλω να αγοράσω φρέσκο ψωμί από τον φούρνο.
אני רוצה לקנות לחם טרי מהמאפייה.
▶
Το ψωμί είναι απαραίτητο για το πρωινό μας.
הלחם הוא הכרחי לארוחת הבוקר שלנו.
▶
Μου αρέσει να τρώω ψωμί με βούτυρο.
אני אוהב לאכול לחם עם חמאה.