Definition
▶
κεφάλι
kefáli
Το κεφάλι είναι το άνω μέρος του σώματος, όπου βρίσκονται ο εγκέφαλος, τα μάτια, η μύτη και το στόμα.
הראש הוא החלק העליון של הגוף, שבו נמצאים המוח, העיניים, האף והפה.
▶
Μου πονάει το κεφάλι από την πολλή δουλειά.
הראש שלי כואב מעבודת יתר.
▶
Ο γιατρός εξέτασε το κεφάλι του ασθενούς.
הרופא בדק את ראשו של המטופל.
▶
Έβαλα ένα καπέλο στο κεφάλι μου για να προστατευτώ από τον ήλιο.
שמתי כובע על ראשי כדי להגן על עצמי מהשמש.