Definition
▶
αγορά
agora
Η αγορά είναι ο χώρος όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται για να αγοράσουν και να πουλήσουν αγαθά.
השוק הוא המקום שבו אנשים מתאספים כדי לקנות ולמכור סחורות.
▶
Πήγα στην αγορά για να αγοράσω φρούτα.
הלכתי לשוק כדי לקנות פירות.
▶
Η αγορά είναι γεμάτη κόσμο το Σάββατο.
השוק מלא אנשים ביום שבת.
▶
Στην αγορά μπορείς να βρεις φρέσκα λαχανικά.
בשוק אפשר למצוא ירקות טריים.