Definition
▶
τυχαίος
tychaíos
Το 'τυχαίος' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή προγραμματισμό, είναι απρόβλεπτο και δεν έχει καμία συγκεκριμένη αιτία.
המילה 'אקראי' מתייחסת לדבר שקורה ללא תכנון או הכנה ספציפית, הוא בלתי צפוי ואין לו סיבה מסוימת.
▶
Ο τυχαίος αριθμός που επέλεξα ήταν 7.
המספר האקראי שבחרתי היה 7.
▶
Η συνάντησή μας ήταν τυχαία, δεν το είχαμε προγραμματίσει.
הפגישה שלנו הייתה אקראית, לא תכננו זאת.
▶
Οι τυχαίοι άνθρωποι που συνάντησα στο δρόμο μου έδωσαν πολύτιμες συμβουλές.
האנשים האקראיים שפגשתי בדרך נתנו לי עצות יקרות.