Definition
▶
απογοήτευση
apogoítefsi
Η απογοήτευση είναι η συναισθηματική αντίδραση που προκύπτει όταν οι προσδοκίες ενός ατόμου δεν εκπληρώνονται.
אכזבה היא התגובה הרגשית שמתרחשת כאשר הציפיות של אדם אינן מתממשות.
▶
Η απογοήτευση που ένιωσε όταν δεν πέρασε τις εξετάσεις ήταν μεγάλη.
האכזבה שהיא חשה כאשר היא לא עברה את הבחינות הייתה גדולה.
▶
Η απογοήτευση του παιδιού όταν δεν έλαβε το παιχνίδι που ήθελε ήταν προφανής.
האכזבה של הילד כאשר הוא לא קיבל את המשחק שהוא רצה הייתה ברורה.
▶
Η απογοήτευση της ομάδας μετά την ήττα τους στον τελικό ήταν έντονη.
האכזבה של הקבוצה לאחר שהפסידו בגמר הייתה חזקה.