Definition
▶
μέσα
mesa
Εντός ενός χώρου ή ενός ορίου.
בתוך חלל או גבול.
▶
Το βιβλίο είναι μέσα στην τσάντα.
הספר נמצא בתוך התיק.
▶
Η γάτα κρύβεται μέσα στο κουτί.
החתול מתחבא בתוך הקופסה.
▶
Μην εισέρχεσαι μέσα στο δωμάτιο αν δεν έχεις άδεια.
אל תיכנס לתוך החדר אם אין לך רשות.