Definition
▶
πάμε
pame
Η λέξη 'πάμε' χρησιμοποιείται για να προσκαλέσει κάποιον να φύγει ή να μετακινηθεί κάπου μαζί.
המילה 'πάμε' משמשת להזמין מישהו לעזוב או לנוע למקום כלשהו יחד.
▶
Πάμε στην παραλία το Σαββατοκύριακο;
בואו נלך לחוף בסוף השבוע?
▶
Μήπως πάμε για καφέ τώρα;
אולי נלך לקפה עכשיו?
▶
Πάμε να δούμε μια ταινία απόψε;
בואו נלך לראות סרט הערב?