Definition
▶
μέχρι
mechri
Η λέξη "μέχρι" σημαίνει την χρονική στιγμή ή το σημείο κατά το οποίο κάτι σταματά ή ολοκληρώνεται.
המילה "מֵחֲדָשׁ" מתייחסת לרגע או לנקודה בזמן שבה משהו מפסיק או מסתיים.
▶
Θα περιμένω μέχρι να έρθεις.
אני אחכה עד שתגיע.
▶
Μπορείς να εργαστείς μέχρι τις πέντε το απόγευμα.
אתה יכול לעבוד עד חמש אחר הצהריים.
▶
Αυτή η προσφορά ισχύει μέχρι το τέλος του μήνα.
ההצעה הזו בתוקף עד סוף החודש.