Definition
▶
αλλά
alla
Η λέξη "αλλά" χρησιμοποιείται για να δηλώσει αντίθεση ή αλλαγή κατεύθυνσης σε μια πρόταση.
המילה "אבל" משמשת לציון ניגוד או שינוי כיוון במשפט.
▶
Θέλω να πάω στον κινηματογράφο, αλλά έχει πολύ δουλειά.
אני רוצה ללכת לקולנוע, אבל יש לי הרבה עבודה.
▶
Είναι καλή στο μπάσκετ, αλλά προτιμά το ποδόσφαιρο.
היא טובה בכדורסל, אבל מעדיפה כדורגל.
▶
Έφαγα πολύ, αλλά δεν χόρτασα.
אכלתי הרבה, אבל לא שבעתי.