Definition
▶
ακριβώς
akrivos
Ο όρος 'ακριβώς' αναφέρεται σε μια κατάσταση ή γεγονός που είναι απόλυτα σωστό ή ακριβές, χωρίς καμία απόκλιση ή αβεβαιότητα.
המונח 'בדיוק' מתייחס למצב או עובדה שהם לחלוטין נכונים או מדויקים, ללא כל סטייה או חוסר ודאות.
▶
Η απάντησή σου είναι ακριβώς σωστή.
התשובה שלך מדויקת בדיוק.
▶
Αυτό είναι ακριβώς αυτό που ήθελα.
זה בדיוק מה שרציתי.
▶
Ο χρόνος που φτάσαμε ήταν ακριβώς στις 3 το απόγευμα.
הזמן שהגענו היה בדיוק בשעה 3 אחרי הצהריים.