Definition
▶
γι' αυτό
gi' afto
Η φράση 'γι' αυτό' χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι γίνεται ως αποτέλεσμα ή αιτία κάποιου άλλου γεγονότος.
הביטוי 'לְכָךְ' משמש לציון כי משהו מתבצע כתוצאה או סיבה לאירוע אחר.
▶
Δεν ήρθα στη δουλειά, γι' αυτό έπρεπε να με αντικαταστήσουν.
לא הגעתי לעבודה, לְכָךְ היה צריך להחליף אותי.
▶
Η βροχή ήταν πολύ δυνατή, γι' αυτό ακυρώσαμε την εκδρομή.
הגשם היה מאוד חזק, לְכָךְ ביטלנו את הטיול.
▶
Διαβάσαμε πολύ για την εξέταση, γι' αυτό περάσαμε.
קראנו הרבה בשביל המבחן, לְכָךְ עברנו.