Definition
▶
ξέρω
xero
Η λέξη 'ξέρω' σημαίνει την ικανότητα να κατανοείς ή να έχεις γνώση για κάτι.
המילה 'יודע' מתייחסת ליכולת להבין או לדעת משהו.
▶
Ξέρω πώς να μαγειρεύω σούπα.
אני יודע איך לבשל מרק.
▶
Ξέρω ότι το ραντεβού είναι στις τρεις.
אני יודע שהפגישה היא בשעה שלוש.
▶
Ξέρω την απάντηση στην ερώτηση.
אני יודע את התשובה לשאלה.