Definition
▶
σχετικά
schetika
Η λέξη 'σχετικά' αναφέρεται σε κάτι που έχει να κάνει με ένα συγκεκριμένο θέμα ή αντικείμενο.
המילה 'שקשור' מתייחסת למשהו שיש לו קשר עם נושא או אובייקט מסוים.
▶
Μίλησα σχετικά με το νέο βιβλίο που διάβασα.
דיברתי על הספר החדש שקראתי.
▶
Η έρευνα αυτή είναι σχετικά με την κλιματική αλλαγή.
המחקר הזה עוסק בשינוי האקלים.
▶
Είχα μια συζήτηση σχετικά με τις ταινίες που θα δούμε.
הייתה לי שיחה על הסרטים שנראה.