Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ο όρος 'γοητευτικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που έχει την ικανότητα να γοητεύει ή να μαγεύει τους άλλους, προσφέροντας μια ευχάριστη και ελκυστική εμπειρία.
המונח 'מקסים' מתייחס למישהו או משהו שיש לו את היכולת להקסים או להפנט אחרים, ולספק חוויה נעימה ומושכת.
▶
Η νέα ταινία είναι πολύ γοητευτική και κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή.
הסרט החדש מאוד מקסים ושומר על עניין הצופה.
▶
Αυτό το τοπίο είναι γοητευτικό, με την ομορφιά του και τη γαλήνη του.
הנוף הזה מקסים, עם היופי והשלווה שלו.
▶
Ο γοητευτικός του χαρακτήρας τον έκανε δημοφιλή σε όλους.
הדמות המקסימה שלו הפכה אותו לפופולרי אצל כולם.