Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Η λέξη 'αναντίρρητα' σημαίνει ότι κάτι είναι αναμφισβήτητο ή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
המילה 'אֵין מַחֲלֹקֶת' פירושה שמשהו אינו ניתן לערעור או לא ניתן להטיל בו ספק.
▶
Αναντίρρητα, η επιστήμη έχει προοδεύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
אֵין מַחֲלֹקֶת, המדע התקדם משמעותית בשנים האחרונות.
▶
Η επιτυχία του έργου ήταν αδιαμφισβήτητη, καθώς όλοι οι συμμετέχοντες το επιβεβαίωσαν.
ההצלחה של הפרויקט הייתה אֵין מַחֲלֹקֶת, מכיוון שכל המשתתפים אישרו זאת.
▶
Αναντίρρητα, οι άνθρωποι χρειάζονται νερό για να επιβιώσουν.
אֵין מַחֲלֹקֶת, בני אדם זקוקים למים כדי לשרוד.