Definition
▶
καθισμένος
kathisménos
Ο όρος 'καθισμένος' αναφέρεται στην κατάσταση κάποιου που κάθεται, δηλαδή δεν είναι όρθιος.
המונח 'יושב' מתייחס למצב שבו מישהו יושב, כלומר אינו עומד.
▶
Ο Γιάννης είναι καθισμένος στον καναπέ και διαβάζει ένα βιβλίο.
יאניס יושב על הספה וקורא ספר.
▶
Η Μαρία προτιμά να είναι καθισμένη ενώ εργάζεται στον υπολογιστή.
מריה מעדיפה להיות יושבת כשיש לה עבודה על המחשב.
▶
Καθισμένος στο τραπέζι, ο πατέρας μας διηγήθηκε ιστορίες από τα νιάτα του.
יושב בשולחן, אבא שלנו סיפר סיפורים מהנעורים שלו.