Definition
▶
καταλαβαίνω
katalaváino
Καταλαβαίνω είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνομαι ή να γνωρίζω κάτι.
אני היכולת להבין או לדעת משהו.
▶
Καταλαβαίνω τι λες.
אני מבין מה אתה אומר.
▶
Δεν καταλαβαίνω την ερώτησή σου.
אני לא מבין את השאלה שלך.
▶
Πρέπει να καταλάβουμε τους κανόνες του παιχνιδιού.
עלינו להבין את כללי המשחק.