Definition
▶
οδηγώ
odigó
Οδηγώ σημαίνει να καθοδηγώ ή να οδηγώ κάποιον σε μια διαδρομή.
להנחות או לנהוג מישהו בדרך.
▶
Οδηγώ τα παιδιά στο σχολείο κάθε πρωί.
אני נוהג בילדים לבית הספר每 בוקר.
▶
Σήμερα θα οδηγήσω τον φίλο μου στην εκδρομή.
היום אני נוהג לחבר שלי לטיול.
▶
Οδηγώ το αυτοκίνητο μου προσεκτικά στους δρόμους.
אני נוהג ברכב שלי בזהירות ברחובות.