Definition
▶
καταλήγω
katalígō
Ο όρος 'καταλήγω' αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία φτάνουμε σε ένα τελικό αποτέλεσμα ή συμπέρασμα.
המונח 'καταλήγω' מתייחס למצב שבו אנו מגיעים לתוצאה סופית או מסקנה.
▶
Καταλήγω πάντα να παραγγέλνω πίτσα όταν πηγαίνω στο εστιατόριο.
אני תמיד מסתיים להזמין פיצה כשאני הולך למסעדה.
▶
Μετά από πολλές σκέψεις, κατέληξα ότι πρέπει να αλλάξω δουλειά.
אחרי הרבה מחשבות, הסתיים לי שאני צריך לשנות עבודה.
▶
Η ταινία ήταν τόσο κακή που καταλήγω να κοιμάμαι στο σινεμά.
הסרט היה כל כך גרוע שסיימתי לישון בקולנוע.