Definition
▶
χαρούμενος
charoúmenos
Ο χαρούμενος είναι αυτός που αισθάνεται ευτυχία και ικανοποίηση.
החָרוּמֵן הוא מי שמרגיש אושר וסיפוק.
▶
Ο Γιάννης είναι πάντα χαρούμενος όταν παίζει με τους φίλους του.
יואן תמיד שמח כשחוזר עם חברים שלו.
▶
Η χαρούμενη μουσική έκανε όλους να χορεύουν.
המוזיקה השמחה גרמה לכולם לרקוד.
▶
Η χαρούμενη ατμόσφαιρα στο πάρτι ήταν μεταδοτική.
האווירה השמחה במסיבה הייתה מדבקת.