Definition
▶
νιώθω
niótho
Νιώθω είναι η διαδικασία κατά την οποία κατανοώ ή αντιλαμβάνομαι συναισθήματα ή αισθήσεις.
אני מרגיש היא התהליך שבו אני מבין או תופס רגשות או תחושות.
▶
Σήμερα νιώθω πολύ χαρούμενος.
היום אני מרגיש מאוד שמח.
▶
Όταν είμαι κοντά στη φύση, νιώθω γαλήνη.
כשאני קרוב לטבע, אני מרגיש שקט.
▶
Μετά την προπόνηση, νιώθω κουρασμένος αλλά ευχαριστημένος.
אחרי האימון אני מרגיש עייף אבל מרוצה.