Definition
▶
μεταξύ
metaxý
Ο όρος 'μεταξύ' αναφέρεται στην έννοια του να βρίσκεται κανείς ή κάτι ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη.
המונח 'בין' מתייחס לרעיון של מישהו או משהו שנמצא בין שניים או יותר אובייקטים או מקומות.
▶
Η γέφυρα είναι μεταξύ των δύο νησιών.
הגשר נמצא בין שני האיים.
▶
Το βιβλίο είναι τοποθετημένο μεταξύ των άλλων βιβλίων στο ράφι.
הספר מונח בין שאר הספרים על המדף.
▶
Η συζήτηση έγινε μεταξύ των φίλων.
הדיון התקיים בין החברים.