Definition
▶
διαπραγματεύομαι
diapragmatevómai
διαπραγματεύομαι είναι η διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη προσπαθούν να βρουν μια συμφωνία ή λύση σε ένα ζήτημα.
לְהִתְמַשֵּׁךְ הוא התהליך שבו שני צדדים או יותר מנסים למצוא הסכם או פתרון לבעיה.
▶
Σήμερα θα διαπραγματεύομαι τη νέα σύμβαση με τον προμηθευτή.
היום אני אתמקח על החוזה החדש עם הספק.
▶
Η εταιρεία μας προσπαθεί να διαπραγματευτεί καλύτερους όρους με τους πελάτες.
החברה שלנו מנסה להתמקח על תנאים טובים יותר עם הלקוחות.
▶
Οι πολιτικοί διαπραγματεύονται για την επίλυση της κρίσης.
הפוליטיקאים מתמקחים על פתרון המשבר.