Definition
▶
προτεραιότητα
proteraiótita
Η προτεραιότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι πιο σημαντικό ή πιο επείγον από κάτι άλλο.
העדיפות היא המצב או האיכות של להיות דבר מה חשוב יותר או דחוף יותר מדבר אחר.
▶
Η ασφάλεια των παιδιών έχει προτεραιότητα στην οικογένεια.
בטיחות הילדים היא עדיפות במשפחה.
▶
Πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στα πιο επείγοντα ζητήματα.
עלינו לתת עדיפות לסוגיות הדחופות יותר.
▶
Η προτεραιότητα του έργου είναι να ολοκληρωθεί πριν την προθεσμία.
העדיפות של הפרויקט היא להסתיים לפני המועד האחרון.