Definition
▶
παρατηρητικότητα
paratiritikotita
Η παρατηρητικότητα είναι η ικανότητα να παρατηρούμε και να κατανοούμε λεπτομέρειες που μπορεί να μην είναι άμεσα προφανείς.
היכולת להבחין ול理解 בפרטים שאולי לא נראים מיד.
▶
Η παρατηρητικότητα είναι σημαντική για τους ντετέκτιβ.
היכולת להבחין בפרטים היא חשובה עבור בלשים.
▶
Η παρατηρητικότητα της δασκάλας βοήθησε να ανακαλύψει το πρόβλημα του μαθητή.
היכולת של המורה להבחין בפרטים עזרה לגלות את הבעיה של התלמיד.
▶
Η παρατηρητικότητα του ζωγράφου αποτυπώνεται στο έργο του.
היכולת להבחין בפרטים של הצייר מתבטאת בעבודתו.