Definition
▶
διλημμα
dilēmma
Διλήμμα είναι μια κατάσταση στην οποία πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εναλλακτικές, συνήθως ισότιμες, που έχουν σημαντικές συνέπειες.
דילמה היא מצב שבו עליך לבחור בין שתי אפשרויות או יותר, בדרך כלל שוות ערך, שיש להן השלכות משמעותיות.
▶
Βρίσκομαι σε ένα διλήμμα μεταξύ του να αλλάξω δουλειά ή να μείνω στην τρέχουσα.
אני נמצא בדילמה בין לעבור עבודה לבין להישאר בעבודה הנוכחית.
▶
Το διλήμμα της επιλογής σχολείου για τα παιδιά είναι πολύ δύσκολο.
הדילמה בבחירת בית ספר לילדים היא מאוד קשה.
▶
Η απόφαση να μετακομίσω ή όχι είναι ένα σοβαρό διλήμμα για μένα.
ההחלטה אם לעבור דירה או לא היא דילמה רצינית עבורי.