Definition
▶
ενδιαφέρον
endiaferon
Ο όρος 'ενδιαφέρον' αναφέρεται στην προσοχή ή την περιέργεια που δείχνει κάποιος προς ένα θέμα ή δραστηριότητα.
המונח 'עניין' מתייחס לתשומת הלב או הסקרנות שמישהו מפגין כלפי נושא או פעילות.
▶
Έχω μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία.
יש לי עניין גדול בהיסטוריה.
▶
Το βιβλίο αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο.
הספר הזה מכיל תוכן מאוד מעניין.
▶
Ο καθηγητής ενθάρρυνε τους μαθητές να δείξουν ενδιαφέρον για τα μαθήματα.
המורה עודד את התלמידים להראות עניין בשיעורים.