Definition
▶
προγραμματίζω
programmatizo
Ο όρος 'προγραμματίζω' αναφέρεται στη διαδικασία σχεδίασης ή οργάνωσης ενός μελλοντικού γεγονότος ή δραστηριότητας.
המונח 'מתכנן' מתייחס לתהליך של תכנון או ארגון אירוע או פעילות עתידית.
▶
Προγραμματίζω τις διακοπές μου για το καλοκαίρι.
אני מתכנן את החופשות שלי לקיץ.
▶
Αύριο θα προγραμματίσω την παρουσίαση για τη δουλειά.
מחר אני אתכנן את המצגת לעבודה.
▶
Έχουμε προγραμματίσει μια συνάντηση για την επόμενη εβδομάδα.
תכננו פגישה לשבוע הבא.