Definition
▶
εκπληκτικός
ekpliktikos
Ο όρος 'εκπληκτικός' αναφέρεται σε κάτι που προκαλεί έκπληξη ή θαυμασμό λόγω της μοναδικότητάς του.
המונח 'מדהים' מתייחס למשהו שמעורר הפתעה או הערצה בגלל ייחודו.
▶
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε χθες ήταν εκπληκτική.
המופע שצפינו בו אתמול היה מדהים.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι πραγματικά εκπληκτικός.
התחזית להיום באמת מדהימה.
▶
Η επίδοση του αθλητή στον αγώνα ήταν εκπληκτική.
ההופעה של הספורטאי בתחרות הייתה מדהימה.