Definition
▶
ανακαλύπτω
anakalipto
Ορός που σημαίνει την ανακάλυψη κάτι νέου ή άγνωστου.
מונח שמתייחס לגילוי של דבר חדש או לא ידוע.
▶
Ανακάλυψα μια νέα συνταγή για το δείπνο.
גיליתי מתכון חדש לארוחת ערב.
▶
Η επιστημονική ομάδα ανακάλυψε μια νέα θεραπεία.
הקבוצה המדעית גילתה טיפול חדש.
▶
Ανακάλυψα ότι έχω ταλέντο στη ζωγραφική.
גיליתי שיש לי כישרון לציור.