Definition
▶
προχωράω
prochorao
Η λέξη 'προχωράω' σημαίνει ότι προχωρώ ή προχωρώ προς τα εμπρός σε ένα φυσικό ή μεταφορικό επίπεδο.
המילה 'ממשיך' מתייחסת לכך שאני זז או מתקדם קדימה ברמה פיזית או מטפורית.
▶
Προχωράω στο δρόμο προς το σπίτι μου.
אני הולך בדרך הביתה.
▶
Πρέπει να προχωράω στη ζωή μου και να αφήσω το παρελθόν πίσω.
אני צריך להתקדם בחיי ולשכוח את העבר.
▶
Αυτή η ομάδα προχωράει με γρήγορους ρυθμούς για να ολοκληρώσει το έργο.
הקבוצה הזו מתקדמת בקצב מהיר כדי להשלים את הפרויקט.