Definition
▶
φοβάμαι
fovamai
Η λέξη φοβάμαι σημαίνει ότι νιώθω φόβο ή ανησυχία για κάτι.
המילה φοβάμαι מתכוונת לכך שאני מרגיש פחד או דאגה לגבי משהו.
▶
Φοβάμαι το σκοτάδι όταν είμαι μόνος.
אני מפחד מהחושך כשאני לבד.
▶
Φοβάμαι να μιλήσω μπροστά σε πολύ κόσμο.
אני מפחד לדבר מול קהל רב.
▶
Φοβάμαι ότι θα χάσω τη δουλειά μου.
אני מפחד שאאבד את העבודה שלי.