Definition
▶
αποτυχία
apotichia
Η αποτυχία είναι η κατάσταση κατά την οποία δεν επιτυγχάνεται ο επιθυμητός στόχος ή αποτέλεσμα.
הכישלון הוא המצב שבו לא מושגת המטרה או התוצאה הרצויה.
▶
Η αποτυχία στο διαγώνισμα με έκανε να νιώσω απογοητευμένος.
הכישלון במבחן גרם לי להרגיש מאוכזב.
▶
Η αποτυχία της επιχείρησης οδήγησε σε πολλές απολύσεις.
הכישלון של העסק הביא להרבה פיטורים.
▶
Αν δεν μάθεις από τις αποτυχίες σου, δεν θα προχωρήσεις ποτέ.
אם לא תלמד מכישלונותיך, לא תתקדם לעולם.