Definition
▶
δίχως
díchos
Η λέξη 'δίχως' σημαίνει 'χωρίς' κάτι, υποδεικνύοντας την απουσία ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης.
המילה 'דיחוס' משמעותה 'ללא' משהו, מצביעה על היעדר של אובייקט או מצב.
▶
Δε μπορώ να ζήσω δίχως εσένα.
אני לא יכול לחיות ללא אותך.
▶
Πήγα στην παραλία δίχως μαγιό.
הלכתי לחוף ללא בגד ים.
▶
Η εργασία του ήταν δύσκολη δίχως βοήθεια.
העבודה שלו הייתה קשה ללא עזרה.