Definition
▶
αυθόρμητος
afthórmitos
Ο αυθόρμητος είναι αυτός που ενεργεί χωρίς προγραμματισμό ή σκέψη, με φυσικό και άμεσο τρόπο.
הספונטני הוא זה שפועל ללא תכנון או מחשבה, בצורה טבעית ומיידית.
▶
Η αυθόρμητη απόφαση να πάμε διακοπές ήταν η καλύτερη που έχουμε πάρει.
ההחלטה הספונטנית שלנו לצאת לחופשה הייתה הטובה ביותר שלקחנו.
▶
Αυτό το αυθόρμητο γέλιο έκανε την ατμόσφαιρα πιο ευχάριστη.
הצחוק הספונטני הזה הפך את האווירה לנעימה יותר.
▶
Η αυθόρμητη συνάντηση με τους φίλους μου ήταν απροσδόκητη αλλά ευχάριστη.
המפגש הספונטני עם החברים שלי היה בלתי צפוי אבל נעים.