Definition
▶
ενθουσιασμένος
enthousiasménos
Ενθουσιασμένος είναι ο άνθρωπος που νιώθει μεγάλη χαρά ή ενθουσιασμό για κάτι.
נלהב הוא אדם שמרגיש שמחה רבה או התלהבות ממשהו.
▶
Ο Γιώργος είναι ενθουσιασμένος για το νέο του έργο.
גיורגוס נלהב לגבי העבודה החדשה שלו.
▶
Τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα όταν είδαν το λούνα πάρκ.
הילדים היו נלהבים כשראו את פארק השעשועים.
▶
Είμαι ενθουσιασμένος που θα πάω διακοπές.
אני נלהב שאני הולך לחופשה.