Definition
▶
λεωφορείο
leoforeío
Το λεωφορείο είναι ένα δημόσιο μέσο μεταφοράς που μεταφέρει επιβάτες σε διάφορους προορισμούς.
L'autobus è un mezzo di trasporto pubblico che trasporta passeggeri verso diverse destinazioni.
▶
Περιμένω το λεωφορείο στη στάση.
Aspetto l'autobus alla fermata.
▶
Το λεωφορείο φεύγει σε πέντε λεπτά.
L'autobus parte tra cinque minuti.
▶
Χρησιμοποιώ το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
Uso l'autobus per andare al lavoro.